Η δύσκολη πορεία της δημοκρατίας και οι νέες προκλήσεις



Η 15η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί από τον Ο.Η.Ε., εδώ και κάποια χρόνια, ως η Παγκόσμια Ημέρα Δημοκρατίας. Αυτή η επέτειος προσφέρει μια ευκαιρία να αποτιμήσουμε την σημασία και την πορεία της δημοκρατίας στον κόσμο. Μιας πορείας που ήταν εντελώς απρόβλεπτη, αφού στα πρώτα στάδια της κανείς δεν θεωρούσε την δημοκρατία το καλύτερο πολιτειακό σύστημα. Ούτε και εύκολη ήταν η καθιέρωση της, αφού πέρασαν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια πριν αρχίσει να γίνεται αποδεκτή και άλλα διακόσια τόσα χρόνια για να επικρατήσει ως το πιο δημοφιλές σύστημα. Ακόμα και σήμερα, όμως, δεν είναι εύκολη η επιβίωση και πρωτοκαθεδρία της, αφού αντιμετωπίζει συνεχώς πολλούς εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.


Η δύσκολη επικράτηση της δημοκρατίας


Το γεγονός ότι η δημοκρατία αποτελεί ένα καθολικά αποδεκτό πολιτικό σύστημα που έχει γίνει πλέον κυρίαρχο, το είχε υπογραμμίσει με ανεπανάληπτο τρόπο ο Φράνσις Φουκουγιάμα, το 1989 (το έτος της τελικής κατάρρευσης του κομμουνισμού), μέσα από το γνωστό άρθρο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο “το Τέλος της Ιστορίας”. Σε αυτό επιχειρηματολογούσε πως με την κατάρρευση του κομμουνισμού, του τελευταίου μεγάλου της αντιπάλου, η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε επικρατήσει πλέον ως η μοναδική και αδιαμφισβήτητη επιλογή πολιτικού συστήματος στον πλανήτη. Τέλειωνε πλέον η αναζήτηση του “τέλους” της ιστορίας, με την αρχαία έννοια του όρου - ως του επιδιωκόμενου, του καλύτερου δυνατόν συστήματος - αφού όλοι αναγνώριζαν πλέον πως η δημοκρατία είναι αυτό το ζητούμενο.


Αυτή η επικράτηση δεν ήταν καθόλου εύκολη, ούτε και η δημοκρατία σαν πολιτικό σύστημα τύγχανε καθολικής αποδοχής, μέχρι πριν μερικές δεκαετίες. Αλλά ούτε και εμπεριείχε όλα τα χαρακτηριστικά με τα οποία την γνωρίζουμε σήμερα. Στην Αρχαία Ελλάδα η δημοκρατία ως ιδέα (με έμφαση στην άμεση συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των συλλογικών αποφάσεων), αντιμετωπιζόταν με καχυποψία, αφού υπήρχε ο φόβος πως μπορούσε να καταλήξει στην “οχλοκρατία”. Η εφαρμογή της στην πράξη απέκλειε τις γυναίκες και όσους δεν ήταν πολίτες (πχ τους μέτοικους), ενώ στηριζόταν στην καταναγκαστική εργασία των δούλων, καταγόμενων από “βαρβαρικά” φύλα.


Στη συνέχεια η δημοκρατία υποχώρησε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και επανεμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, με τη μορφή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία εξελίχθηκε και καθιερώθηκε με πολύ αργούς ρυθμούς, περνώντας μέσα από τρία στάδια ή “κύματα”, όπως τα αποκαλούν οι μελετητές.

Το πρώτο κύμα ξεκίνησε στην Αμερική, το οποίο απέκλειε και πάλιν τις γυναίκες, τα φτωχότερα στρώματα και τους αυτόχθονες (Ινδιάνους), ενώ στηριζόταν στο σύστημα της δουλείας των μαύρων. Στη Γαλλία δεν ήταν διαδεδομένη η δουλεία, αλλά οι Γάλλοι επαναστάτες που συνέταξαν τη “Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη”, δεν φάνηκαν και πολύ πρόθυμοι να δώσουν ελευθερία στις αποικίες των δούλων, όπως την Αϊτή (όπου οι ‘Μαύροι Ιακωβίνοι’ έσπασαν μόνοι τις αλυσίδες τους, ιδρύοντας το πρώτο εθνικό κράτος της Λατινικής Αμερικής). Ακολούθησαν μια σειρά από άλλες δημοκρατίες στο Νέο Κόσμο και στην Ευρώπη, μέχρι και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος επέφερε την κατάρρευση της Ρωσικής, Οθωμανικής και Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας, και τη δημιουργία μιας σειράς νέων κρατών, κυρίως δημοκρατικών.

Το δεύτερο κύμα (1945-1965) εμφανίστηκε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον μετασχηματισμό των ηττημένων φασιστικών δυνάμεων της Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας σε δημοκρατίες. Παράλληλα οι αντιαποικιακοί αγώνες οδήγησαν στη δημιουργία μεγάλου αριθμού νέων ανεξάρτητων κρατών, στην πλειοψηφία τους δημοκρατικών.

Το τρίτο κύμα (1975-1991) ήρθε μετά την κατάρρευση των δικτατορικών καθεστώτων της Πορτογαλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Βραζιλίας, καθώς και την εκδημοκρατικοποίηση της Ταιβάν και Νότιας Κορέας. Στη συνέχεια είχαμε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη δημιουργία νέου αριθμού, δημοκρατικών κυρίως κρατών, στην Ανατολική Ευρώπη.


Παράλληλα με την προέλαση της δημοκρατίας σε ολοένα και περισσότερες χώρες, υπήρξε και μια διαδικασία εμβάθυνσης της δημοκρατίας στις χώρες που την υιοθέτησαν. Αρχικά το κύριο κριτήριο της δημοκρατίας αφορούσε στο δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή αντιπροσώπων - που ήταν περιορισμένο στους λευκούς άντρες, κάποιου οικονομικού επιπέδου (που πλήρωναν φόρους και έτσι αποκτούσαν το δικαίωμα να έχουν λόγο στην επιλογή των κυβερνώντων). Μέσα από μακρόχρονους αγώνες και θυσίες το εκλογικό δικαίωμα επεκτάθηκε και στα φτωχότερα στρώματα, τις γυναίκες, και τις μη-λευκές φυλές (πχ τους μαύρους στην Αμερική). Με ανάλογες δυσκολίες εμπεδώθηκαν μια σειρά από ατομικά δικαιώματα τον 18ο αιώνα, πολιτικά δικαιώματα τον 19ο αιώνα και ένας αριθμός κοινωνικών δικαιωμάτων τον 20ο αιώνα.


Οι νέοι εχθροί και κίνδυνοι για τη δημοκρατία


Στην πορεία καθιέρωσης της η δημοκρατία είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Για παράδειγμα, στα μέσα του εικοστού αιώνα έπρεπε να αντιπαλέψει εκείνους που ήθελαν πιo δυναμικά συστήματα, όπως τον φασισμό με την έμφαση στην δύναμη ενός ισχυρού ηγέτη. Ή τον κομμουνισμό με την έμφαση στην επιβολή των δικαίων μιας κοινωνικής τάξης και των αξιών της ισότητας, έστω και δια της βίας. Η δημοκρατία κατάφερε να επικρατήσει μέσα από αιματηρούς και δύσκολους αγώνες, αλλά παραμένει ένα εύθραυστο σύστημα, που ποτέ δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο.


Πιo πρόσφατες νέες κρίσεις και υποχώρηση των δημοκρατικών αξιών βιώσαμε μετά την παγκόσμια οικονομική κατάρρευση στις αρχές του 21ου αιώνα - κυρίως ένα σημαντικό νέο πλήγμα στα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, σαν αποτέλεσμα της περαιτέρω συρρίκνωσης του κράτους προνοίας. Ενώ τα τελευταία δύο χρόνια, είχαμε μια νέα υποχώρηση λόγω της πανδημίας του Covid.


Το κεντρικό ενδιαφέρον των πρόσφατων εξελίξεων σχετικών με την παγκόσμια πανδημία, είναι πως ο κίνδυνος για τις ανθρώπινες ζωές, η έλλειψη προετοιμασίας και η απουσία εμβολίων, επέτρεψε στις κυβερνήσεις να επιβάλουν μέτρα “έκτακτης ανάγκης” για σκοπούς περιορισμού της ραγδαίας εξάπλωσης του ιού και της προστασίας των πολιτών, σε όλο τον κόσμο. Επιβλήθηκαν έτσι περιορισμοί και απαγορεύσεις στη διακίνηση, την είσοδο σε κλειστούς χώρους (κέντρα αναψυχής, καταστήματα, ακόμη και χώρους εργασίας), αλλά και στις δημόσιες συγκεντρώσεις, τις διαδηλώσεις, κ.ο.κ. Αυτοί οι περιορισμοί στις ελευθερίες των πολιτών, έγιναν αρχικά δεκτές χωρίς μεγάλες αντιστάσεις, αφού φάνηκε πως η πλειοψηφία ήταν έτοιμη να θυσιάσει προσωρινά κάποιες προσωπικές ελευθερίες, χάριν του γενικού καλού.


Το ερώτημα που ανέκυπτε ολοένα και πιο επιτακτικά ήταν: για πόσο χρόνο και σε ποια έκταση δικαιούνται τα κράτη να περιορίσουν τις δημοκρατικές ελευθερίες των πολιτών για σκοπούς συλλογικής προστασίας; Για πόσο χρονικό διάστημα τα έκτακτα μέτρα παραμένουν έκτακτα; Για πόσο καιρό είχαν δικαίωμα τα κράτη να διατηρήσουν την “κατάσταση έκτακτης ανάγκης”, από τη στιγμή που είχαν βρεθεί αποτελεσματικά εμβόλια, τα οποία παράγονταν πλέον σε ικανοποιητικούς αριθμούς, ενώ ταυτόχρονα είχαν κυριαρχήσει νέες εκδοχές του ιού με μειωμένη ισχύ, με αποτέλεσμα την δραματική μείωση του αριθμού θανάτων (που περιορίζονταν μάλιστα σε συγκεκριμένες ηλικίες ατόμων);


Υπενθυμίζω πως οι κυβερνήσεις των διαφόρων χωρών δεν φάνηκαν τόσο έτοιμες να άρουν τα διάφορα περιοριστικά μέτρα: είναι οι έντονες πιέσεις των πολιτών που έφεραν την χαλάρωση των μέτρων και την επαναφορά των διαφόρων ελευθεριών. Φάνηκε λοιπόν πως οι πολίτες, ιδιαίτερα στις δημοκρατικές κοινωνίες, δεν είναι έτοιμοι να ανεχθούν για πολύ τον παραμερισμό των δημοκρατικών ελευθεριών τους, τις οποίες θεωρούν πλέον ουσιώδη κεκτημένα της σύγχρονης ζωής.


Οι νέες συγκρίσεις με άλλα μοντέλα


Η πρόσφατη κρίση της πανδημίας μας επιτρέπει και κάποιες άλλες σημαντικές παρατηρήσεις, μέσα από συγκρίσεις με χώρες που δεν είναι δημοκρατικές. Το πλέον χαρακτηριστικό, σχετικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα. Η χώρα αυτή που άρχισε να ανασυντάσσεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, μετά τον θάνατο του Μάο, υιοθέτησε το σύστημα της ελεύθερης αγοράς και ένα μοντέλο “καθοδηγούμενου” ή “ελεγχόμενου” καπιταλισμού. Τον έλεγχο τον έχει το κράτος, που ελέγχεται με τη σειρά του από το κομμουνιστικό κόμμα. Με αυτό το ιδιόρρυθμο, αυταρχικό σύστημα, η Κίνα αναπτύχθηκε με ραγδαίους ρυθμούς (τριπλάσιους των ρυθμών ανάπτυξης της μεγαλύτερης οικονομικής δύναμης, των ΗΠΑ) και κατόρθωσε μέσα σε τέσσερεις δεκαετίες να καταστεί η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη. Προβλέπεται δε πως σε μία ακόμη δεκαετία θα έχει ξεπεράσει τα οικονομικά μεγέθη της Αμερικής.


Όμως από πλευράς πολιτεύματος η Κίνα δεν εκδημοκρατικοποιήθηκε, όπως πολλοί ανέμεναν ή ήλπιζαν. Στην ετήσια έρευνα για τη δημοκρατία του ‘Economist’, η Κίνα κατατάσσεται σταθερά στην κατηγορία των “αυταρχικών καθεστώτων”, με γενική βαθμολογία (το 2021) μόλις 2.21, από τα 10! (Ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία, για παράδειγμα, βαθμολογείται με 7.43). Ο τόσο χαμηλός γενικός βαθμός της Κίνας, συναρτάται με τις πολύ χαμηλές της βαθμολογίες στα επιμέρους χαρακτηριστικά του πολιτεύματος της : για παράδειγμα, σκοράρει 0 από τα 10 στα θέματα πολιτικών εκλογών (αφού η ηγεσία της χώρας δεν ψηφίζεται από τους πολίτες), και 0.9 στις πολιτικές ελευθερίες (ελευθερία της έκφρασης, των ΜΜΕ, των κοινωνικών μέσων, της οργάνωσης των εργαζομένων σε συντεχνίες, της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων, της ισότητας απέναντι στους νόμους, κ.ο.κ.). Ο πιο ψηλός βαθμός, 4.3, αφορά στη λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού, που φαίνεται να χαρακτηρίζεται από μεγάλη αποτελεσματικότητα, πλην όμως μικρό βαθμό λογοδοσίας και διαφάνειας.


Γιατί ανέχονται οι Κινέζοι πολίτες αυτό το είδος πολιτεύματος; Προφανώς γιατί διασφαλίζει την οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερή άνοδο του επιπέδου ζωής. Δεν διεκδικούν περισσότερα δημοκρατικά δικαιώματα, επειδή φαίνεται να το θεωρούν σαν ένα αναγκαίο τίμημα της ανάπτυξης. Όμως η υπερβολική εμμονή των πολιτικών αρχών σε μηδενικά κρούσματα του ιού, και οι συγκρίσεις με τις ελευθερίες που έχουν επανέλθει στις δημοκρατικές χώρες, δημιουργούν πιθανότητες για διεύρυνση του “ρήγματος ανοχής” των πολιτών της, προς τον αυταρχισμό του συστήματος.


Συνεχίζει η αποδοχή της δημοκρατίας


Το βέβαιο είναι πως έχει τρωθεί και η δημόσια εικόνα του συστήματος της Κίνας, ως ενός πιθανού εναλλακτικού μοντέλου, σε σχέση με τις δημοκρατικές πλην, σε κάποιες περιπτώσεις, λιγότερο αποτελεσματικές κοινωνίες του δυτικού κόσμου. Η δημοκρατία παραμένει έτσι το πιο καθολικά αποδεκτό πολιτειακό σύστημα του πλανήτη.


Δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες:

  • "Η Σημερινή" (18 Σεπτεμβρίου 2022)

  • "Πολίτης" (18 Σεπτεμβρίου 2022)